Ναρκισσισμός, Ψυχανάλυση & Ψυχοδυναμική Σκέψη

Επιμέλεια Άρθρου:

Αναστάσιος Λ. Χαραλαμπάκης

Ψυχολόγος

Εισαγωγή

Στο έργο του Freud, ο ορισμός του ναρκισσισμού προσέλαβε διαφορετικό περιεχόμενο σε διαφορετικά στάδια της σκέψης του. Συνεπώς είναι απαραίτητο να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της φροϋδικής σκέψης για να κατανοήσουμε τη συνεισφορά αλλά και τα αμφιλεγόμενα σημεία τα οποία κληροδότησε στους επιγόνους ως προς αυτή την έννοια.

Ωστόσο, ο ναρκισσισμός, τόσο ο φυσιολογικός όσο και ο παθολογικός, αποτελεί ένα θέμα στο οποίο ο Freud (1914) εστίασε πολλές φορές την προσοχή του. Ο Freud το 1914 αξιοποιεί το μύθο του Νάρκισσου για να φέρει στο προσκήνιο ένα είδος σχέσης που παρατήρησε σε ορισμένου τύπου ομοφυλόφιλους, αλλά επεκτείνει την έννοια σε έναν τρόπο του σχετίζεσθαι, καθώς και σε μια μέθοδο αμυντικής οργάνωσης που αφορά σε διαφόρου τύπου πάσχοντες. Έτσι εισαγάγει την έννοια του ναρκισσισμού στο ψυχαναλυτικό γίγνεσθαι.

 

Ο Ναρκισσισμός αναδεικνύεται ως ο κρίσιμος γενετικός τόπος για τη μέλλουσα ψύχωση. Κι εδώ έγκεινται επίσης οι μεγάλες και σύνθετες επεξηγηματικές δυσκολίες για την ψυχαναλυτική θεωρία (Μπακιρτζόγλου, 2013).

Ποιο είναι το νόημα του ναρκισσιστικού τραύματος αναπτυξιακά; Ο όρος ναρκισσισμός, ως αναπτυξιακό στάδιο, φαίνεται ότι αναφέρεται σε ένα στάδιο που ξεκινά στην αδιαφοροποίητη φάση. Περαιτέρω, επανορίζεται με όρους όπως ‘αυτιστική’ και ‘συμβιωτική’ φάση.

Ειδικότερα, από την εργασία του Freud (1914) αξίζει να εστιάσουμε στα εξής σημεία:

Με τον όρο Ναρκισσισμός νοείται η αγάπη η οποία στρέφεται προς στην εικόνα εαυτού του υποκειμένου και αφορά στις «επί εαυτώ» επενδύσεις των µερικών σεξουαλικών ενορµήσεων. Υπάρχουν 3 µορφές αγάπης του εαυτού οι οποίες διαδέχονται η µια την άλλη :

ü      Ο Αυτοερωτισµός

ü      Ο πρωτογενής ναρκισσισµός

ü      Ο δευτερογενής ναρκισσισµός

-Η Περίοδος του αυτοερωτισµού : αντιστοιχεί στην περίοδο της πολύ πρώιµης βρεφικής ηλικίας, κατά την οποία το βρέφος ζει το σώµα του ως κάτι σκόρπιο, κατακερµατισµένο. Εδώ οι µερικές ενορµήσεις είναι σκόρπιες και αυτές. Ικανοποιούνται (µερικώς) µέσω των διαφόρων (µερικών) οργάνων π.χ. η στοµατική µερική ενόρµηση ικανοποιείται µέσω του βλεννογόνου του στόµατος. Το ίδιο το όργανο το οποίο αποτελεί την πηγή της ενόρµησης συνιστά και το αντικείµενο της ικανοποίησης. Οι µερικές ενορµήσεις στο στάδιο του αυτοερωτισµού ικανοποιούνται η καθεµιά για δικό της λογαριασµό χωρίς να υπάρχει µια συνολική οργάνωση. Είναι συγκεντρωµένες στο Εκείνο, το οποίο αποτελεί κατά Freud το σύνολο των πρωταρχικών µας ενορµήσεων οι οποίες υπακούουν στην αρχή της ευχαρίστησης (κάνω ότι µε ανακουφίζει). Ακόµα δεν υπάρχει κανένα ίχνος σχηµατισµού του Εγώ, εποµένως λείπει η σχέση µε την πραγµατικότητα. Στο µέτρο κατά το οποίο εδώ το βρέφος ζει χωρίς µια συγκροτηµένη αίσθηση εικόνας σώµατος και χωρίς ένα σχηµατισµένο Εγώ, δε µπορεί ούτε το σώµα του, ούτε το Εγώ του να αποτελούν αντικείµενα λιβιδινικών επενδύσεων. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου το βρέφος δε µιλάει, δεν κάνει τη διάκριση ανάµεσα σε αυτό το ίδιο και τον εξωτερικό κόσµο (δεν διακρίνει Εγώ-µη Εγώ), δεν έχει ακόµα µια δοµηµένη ταυτότητα δεν είναι ένα πραγµατικό υποκείµενο.

Η εν δυνάµει «επιστροφή» (παλινδρόµηση) σ’αυτήν τη φάση (αυτοερωτισµός) της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης αποτελεί πραγµατική απειλή για την ψυχική ζωή µας.

-Ο πρωτογενής ναρκισσισµός: εµφανίζεται -και αυτός- πριν από το σχηµατισµό του Εγώ-Εκείνο-Υπερεγώ που είναι ακόµα αδιαφοροποίητα. Η προοδευτική εµφάνιση του πρωτογενούς ναρκισσισµού προϋποθέτει την ενοποίηση των µερικών σεξουαλικών ενορµήσεων οι οποίες µέχρι τώρα δρούσαν ανεξάρτητα. Το σώµα του βρέφους από σκόρπιο οργανώνεται ως ενοποιηµένο αντικείµενο, ως σύνολο οργάνων, µεµονωµένων οργάνων. Αυτό το σώμα θ’ αποτελέσει το πρώτο αντικείμενο των λιβιδινικών επενδύσεων: πρόκειται για τον πρώτο (πρωτογενή) ναρκισσισμό, έναν σωματικό ναρκισσισμό. Στον πρωτογενή ναρκισσισµό το σώµα βιώνεται ως το πρώτο αντικείµενο αγάπης. Σε αυτήν τη φάση το βρέφος ανακαλύπτει το σώµα του.

Βλέπουµε εδώ την εµφάνιση του ναρκισσισµού µε μια λειτουργία «ενοποιούσα» των µερικών σεξουαλικών ενορµήσεων: πρόκειται για την πρώτη ενοποίηση τους χάρη στην εμφάνιση του πρώτου ναρκισσισμού (Μπακιρτζόγλου, 2013).

-Ο δευτερογενής ναρκισσισµός : εδώ το αντικείµενο αγάπης, το αντικείµενο στο οποίο στοχεύουν οι σεξουαλικές ενορµήσεις (λιβιδώς) για να ικανοποιηθούν δεν είναι ένα (µερικό) όργανο (όπως στον αυτοερωτισµό) ούτε ένα σύνολο οργάνων (όλο το σώµα όπως στον πρωτογενή ναρκισσισµό) αλλά το Εγώ το οποίο έχει τώρα σχηµατιστεί. Στον δευτερογενή ναρκισσισµό το Εγώ επιβάλλεται στο Εκείνο (από το οποίο πηγάζουν οι σεξουαλικές µας ενορµήσεις) ως αντικείµενο αγάπης. Το Εγώ έχει µια συνεχή λιβιδινική επένδυση η οποία δεν εξαντλείται ποτέ. Κατά τον Freud η ενόρµηση ψάχνει διαρκώς ένα αντικείµενο να επενδύσει (να αγαπήσει) και, όταν αρχίσει να σχηµατίζεται το Εγώ, λέει το Εγώ στο Εκείνο: «τώρα µπορείς να µε αγαπήσεις , το αντικείµενο το οποίο ήθελες είµαι εγώ» . Το Εγώ είναι το πρώτο όλο. Σε αυτήν τη φάση το βρέφος ιδιοποιείται το σώµα του (γίνεται δικό του).

Κατά το στάδιο του ναρκισσισμού (είτε πρωτογενούς είτε δευτερογενούς) το νεογέννητο ζει τα πάντα µ’ένα τρόπο μοναχικό αφού όλος ο κόσμος του γίνεται το Εγώ του (versus εξωτερικός κόσµος, εξωτερική πραγµατικότητα). Αυτό διαφέρει από µια ζωή αντικειµενοτρόπο η οποία βάζει στο «παιχνίδι» ένα σύντροφο.

Καθώς το Εγώ επενδύεται συνεχώς λιβιδινικά γίνεται µια τεράστια αποθήκη λιβιδούς: την ονοµάζουµε λιβιδώ του Εγώ. Κατά τη διάρκεια της ψυχοσεξουαλικής εξέλιξης το Εγώ καλώς εχόντων των πραγµάτων δε µπορεί πλέον να «σηκώνει» το βάρος της ολοένα συσσωρευµένης σε αυτό λιβιδούς επειδή κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε νοσηρότητα (παθολογία του ναρκισσισµού). Τότε η λιβιδώς έρχεται να δεθεί µε αντικείµενα (λιβιδώς του αντικειµένου), οπότε έχουµε εγκατάλειψη της ναρκισσιστικής παντοδυναµίας του βρέφους, διαδικασία η οποία συνοδεύεται µε ψυχικό πόνο (οδύνη).

Σύμφωνα με την Ψυχαναλυτική θεώρηση αυτό µέσω του οποίου η ενόρµηση ψάχνει κάποιου τύπου ικανοποίηση: µπορεί να είναι πρόσωπο, µερικό αντικείµενο (µέρος προσώπων), αντικείµενο πραγµατικό, αντικείµενο φανταστικό, πραγµατικά ή φανταστικά αντικείµενα. Κατά τον Freud (1923) το αντικείµενο της ενόρµησης δεν της είναι από την αρχή δοσµένο. Πρόκειται για µια σχέση που πρέπει να δοµηθεί. Είναι αυτό το οποίο η ενόρµηση ψάχνει να ικανοποιήσει τον σκοπό της µε αποτέλεσµα τη λύση της έντασης. Εδώ πρόκειται για το αντικείµενο της ενόρµησης. Μπορεί επίσης το αντικείµενο να σχετίζεται µε την επιθυµία (αγάπη) ή το µίσος. Εδώ πρόκειται για  το αντικείµενο της επιθυµίας, δηλαδή το αντικείµενο µε το οποίο το υποκείµενο σχετίζεται ολοκληρωτικά µαζί του (Μπακιρτζόγλου, 2013).

Στην αρχή της ζωής (ναρκισσιστικό στάδιο) το εξωτερικό αντικείµενο προξενεί µίσος στο υποκείµενο: η αναγνώριση του αντικειµένου (διαχωρισµός Εγώ – µη Εγώ) είναι µια απώλεια  για το ναρκισσισµό του (την παντοδυναµία του βρέφους). Το αντικείµενο πρωτοαναγνωρίζεται µέσα από το µίσος. Αφού ξεπεραστεί το στάδιο του µίσους το αντικείµενο αναγνωρίζεται ως πηγή ευχαρίστησης, ως αντικείµενο αγάπης, αγαπώµενο, ενσωµατωµένο στο Εγώ. Το αντικείµενο πρωτοαναγνωρίζεται µέσα από το µίσος: το µίσος προηγείται της αγάπης (Freud, 1914; 1923).

Σε ό,τι αφορά στο ναρκισσιστικό αντικείµενο: Το υποκείμενο αγαπά τον άλλο, ο οποίος είναι ό,τι είναι το ίδιο το υποκείμενο (ο εαυτός του), ή είναι ό,τι ήταν κάποτε το υποκείμενο (ο εαυτός του σε παιδική ηλικία), ή είναι αυτό που θα ήθελε να είναι (το ιδεώδες Εγώ του) ή, τέλος, αγαπά αυτόν που ήταν κάποτε μέρος του εαυτού του. Σε αυτή την επιλογή δεν υφίσταται ο άλλος για την ψυχική πραγματικότητα του υποκειμένου, διότι είναι επενδυμένος μόνο με προσδοκίες. Αντίθετα, στην ανακλητική επιλογή ο άλλος υπάρχει, αλλά επιλέγεται με βάση ασυνείδητη ταύτιση κάποιων ή κάποιου χαρακτηριστικού που προέρχεται από τη διατρέφουσα γυναίκα ή τον προστάτη άνδρα κατά τη βρεφική ηλικία (Μπακιρτζόγλου, 2013).

Σε ορισµένες περιπτώσεις ανδρικής οµοφυλοφιλίας (π.χ. η περίπτωση του Leonardo Da Vinci) η επιλογή αντικειµένου είναι ναρκισσιστική: το υποκείµενο ψάχνει να βρεί ένα αντικείµενο άνδρα: επιλέγει ένα αντικείµενο σαν τον εαυτό του (ναρκισσισµός) για να το αγαπήσει όπως η µητέρα του αγαπά το ίδιο το υποκείµενο ή όπως επιθυµεί να το αγαπά (εδώ χωλαίνει η σχέση µε τη µητέρα) (Freud, 1914).

Οι παρατηρήσεις αυτές βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα τον τρόπο που αγαπούμε και μισούμε το σημαντικό άλλο στη ζωή μας. Λειτουργούν ως ένα είδος φαντασιακού καθρέπτη, μέσα από τον οποίο γίνεται αντιληπτός ο άλλος άνθρωπος. Μέσα από το μύθο του Νάρκισσου μπορούμε να φτάσουμε σε θεμελιώδεις αλήθειες του ανθρώπινου υποκειμένου, που αφορούν στον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος σχετίζεται με το αντικείμενο της επιθυμίας του, π.χ. την γυναίκα, το σημαντικό άλλον άνθρωπο, την κοινωνία, το Θεό. Αν μάλιστα κατανοηθεί από το υποκείμενο ότι βρίσκεται υπό την επίδραση μιας ασυνείδητης φαντασιακής πραγματικότητας, μπορεί να φέρει στο φως της συνείδησης πτυχές της εσωτερικής ψυχικής ζωής του και να μπορέσει έτσι να τροποποιήσει τη στάση του.

Τέλος, ο Freud (1914) σημειώνει πως ο έντονος εγωισμός προστατεύει από παθήσεις, αλλά πρέπει να αρχίσει κανείς να αγαπά για να μην αρρωστήσει, και αρρωσταίνει αναγκαστικά, αν λόγω διάψευσης προσδοκιών δεν μπορεί να αγαπήσει.

   Οι περισσότεροι ψυχαναλυτές πιστεύουν ότι οι άνθρωποι οργανώνουν με αυτό τον τρόπο την προσωπικότητά τους εάν και οι ίδιοι έχουν χρησιμοποιηθεί ως ναρκισσιστικά εξαρτήματα. Οι ναρκισσιστικοί αναλυόμενοι μπορεί να ήταν πάρα πολύ σημαντικοί για τους γονείς τους ή άλλους τροφούς όχι γι' αυτό που πραγματικά ήταν, αλλά για το είδος της λειτουργίας που εκπλήρωναν. Το συγκεχυμένο μήνυμα ότι κάποιος έχει μεγάλη αξία αλλά μόνο για τον συγκεκριμένο ρόλο που διαδραματίζει κάνει ένα παιδί να αισθάνεται ότι αν φανούν τα πραγματικά του συναισθήματα και ιδιαίτερα η εχθρότητα και ο εγωισμός, τότε το μόνο που θα ακολουθήσει είναι η απόρριψη και η ταπείνωση. Αυτό το μήνυμα υποβοηθά την ανάπτυξη του φαινομένου που ο Winnicott (1960) αποκάλεσε «ψευδή εαυτό», δηλαδή την παρουσίαση ενός εαυτού που το άτομο έχει μάθει από την εμπειρία του ότι είναι αποδεκτός.

Ο Ναρκισσισμός σύμφωνα με την σχολή των Αντικειμενότροπων Σχέσεων

Σύμφωνα με ορισμένους θεωρητικούς (M. Klein, 1946), το βρέφος από την αρχή της ζωής αναζητά το αντικείμενο και όχι απλά την εκτόνωση των ορμών του, όπως δίδασκε ο Freud. Οι ερευνητές αυτοί δίδουν έμφαση στη σημασία του περιβάλλοντος για τη διαμόρφωση των εσωτερικών αντικειμένων και στον ενδιάμεσο μεταβατικό χώρο μεταξύ βρέφους και μητέρας για τη διαμόρφωση της πολιτισμικής εμπειρίας.

Μελετώντας αρκετούς συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με τις αντικειμενότροπες σχέσεις γίνεται φανερό πως τα αντικείμενα καθαυτά καταλαμβάνουν τέσσερις σαφώς διάφορες θέσεις στον ψυχικό χώρο: (1) τον χώρο της πρωτογενούς ταύτισης πριν τον αποχωρισμό, (2) τον χώρο εντός της αναπαράστασης εαυτού ως ναρκισσιστικά αντικείμενα (διά της οδού της προβλητικής ή/και της ενδοβλητικής ταύτισης – αυτά είναι τα εσωτερικά αντικείμενα proper), (3) ως αναπαραστάσεις αντικειμένων που δεν είναι πλέον εσωτερικά αντικείμενα αλλά διαφοροποιημένα από τις αναπαραστάσεις εαυτού και (4) αντικείμενα που ενδοβάλλονται στο Υπερεγώ κατόπιν προβλητικής ταύτισης. Υπάρχει μια προοδευτική διαδικασία στη φυσιολογική εξέλιξη από την προβλητική (και ενδοβλητική) ταύτιση με ναρκισσιστικά αντικείμενα στην ανακλητική εξάρτηση με διαφοροποιημένα αντικείμενα. Το βρέφος που ωριμάζει έχει να εξωτερικεύσει τα αντικείμενα από την αναπαράσταση εαυτού και να απελευθερώσει ως αναπαραστάσεις, έργο της καταθλιπτικής θέσης. Όμως αυτό είναι που δεν μπορεί να πραγματοποιήσει ο σχιζοφρενής. Όσο πιο νωρίς έχει παραμορφώσει τα εσωτερικά αντικείμενα, τόσο λιγότερο μπορεί να τα εξωτερικεύσει ή να τα απελευθερώσει και τόσο λιγότερο μπορεί να αναπτύξει ένα φυσιολογικό Οιδιπόδειο που θα διευκόλυνε την περαιτέρω απελευθέρωσή τους. Ο σχιζοφρενής και ο νάρκισσος παραμένουν εγκλωβισμένοι μέσα στα παραμορφωτικά και παραμορφωμένα εσωτερικά αντικείμενα, (Λούντβικ, 1998).

Σύμφωνα με το μοντέλο, το οποίο ανέπτυξε η Klein (1946), το άτομο έχει να ξεπεράσει δύο θέσεις ανάπτυξης, που δεν είναι προσδιορισμένες τόσο χρονικά όσο δυναμικά. Οι θέσεις αυτές είναι αρχικά η παρανοειδής-σχιζοειδής και στη συνέχεια η καταθλιπτική θέση.

Όταν βρίσκεται κάποιος στην παρανοειδή-σχιζοειδή θέση, οι σχέσεις που κάνει είναι ναρκισσιστικές, διότι οργανώνεται πίσω από την αδυναμία να αναγνωρίσει τον άλλο που έχει βιωθεί ως επικίνδυνος και η διαφορετικότητά του πρέπει να εξουδετερωθεί. Το άτομο τότε οδηγείται στην απόσχιση των απαράδεκτων συναισθημάτων (εδώ υποτίμησης του εαυτού) και την τοποθέτησή τους στο αντικείμενο, το οποίο  βλέπει μέσω ενός καθρέπτη όπου αντανακλάται ο εαυτός του.

Στην καταθλιπτική θέση το υποκείμενο τοποθετείται με βάση το ασυνείδητο άγχος πως θα βλάψει ανεπανόρθωτα το αντικείμενό του. Το υποκείμενο καλείται να αναλάβει την επιθυμία καταστροφής του αντικειμένου, διότι διαφορετικά αναγκάζεται να δημιουργήσει σχέσεις γύρω από έναν ψευδή εαυτό, με τον καθρέφτη να λειτουργεί πάλι, αλλά στο επίπεδο ης ανακλητικής σχέσης.

Οι ψυχολόγοι της θεωρίας του Εαυτού (Kohut, 1968) έχουν επινοήσει τον όρο «εαυτοαντικείμενα» για τα άτομα στη ζωή μας που τροφοδοτούν την αίσθηση της ταυτότητάς μας με την επιβεβαίωση, τον θαυμασμό και την αποδοχή τους. Ο όρος αντανακλά το γεγονός ότι τα άτομα σε αυτό το ρόλο λειτουργούν σαν αντικείμενα έξω από τον εαυτό, καθώς και σαν τμήμα του ορισμού που δίνει ένα άτομο στον εαυτό του. Τα «εαυτοαντικείμενα» συμβάλλουν στη ρύθμιση της αυτοεκτίμησης, έτσι ώστε να επαυξάνουν ή να αντικαθιστούν αυτό που οι περισσότεροι από εμάς κάνουμε εσωτερικά. Όλοι μας έχουμε «εαυτοαντικείμενα» και όλοι τα χρειαζόμαστε. Εάν τα χάσουμε, αισθανόμαστε σαν να έχει πεθάνει κάποιο ζωτικό κομμάτι του εαυτού μας. Ωστόσο, η πραγματικότητα και η ηθική απαιτούν οι άλλοι να είναι κάτι περισσότερο από «εαυτοαντικείμενα» και να τους αντιλαμβανόμαστε σύμφωνα με αυτό που είναι οι ίδιοι και όχι μόνο με ό,τι κάνουν για μας.

Ένα ναρκισσιστικό άτομο βιώνει τα «εαυτοαντικείμενά» του τόσο έντονα ώστε κάποιες πλευρές της σχέσης με τους άλλους ωχριούν και μπορεί να είναι ακόμη και ασύλληπτες, όπως ακριβώς συνέβαινε στον ασθενή μου του οποίου ο πατέρας δεν θα υποστήριζε καμιά άλλη επαγγελματική επιλογή του εκτός από το να γίνει γιατρός ή δικηγόρος. Έτσι, το πιο θλιβερό κόστος ενός ναρκισσιστικού προσανατολισμού είναι η υπανάπτυκτη ικανότητα του ατόμου να αγαπά. Παρά τη σπουδαιότητα που έχουν οι άλλοι για την εξασφάλιση της ισορροπίας ενός ναρκισσιστικού ατόμου, η βασανιστική ανάγκη του για επιβεβαίωση της αξίας του δεν αφήνει διαθέσιμη ενέργεια για τους άλλους, εκτός βέβαια από τη λειτουργία τους ως «εαυτοαντικείμενα» και ναρκισσιστικές προεκτάσεις. Έτσι, τα ναρκισσιστικά άτομα στέλνουν συγκεχυμένα μηνύματα στους φίλους και στις οικογένειές τους: η ανάγκη των άλλων είναι βαθιά, αλλά η αγάπη τους γι' αυτούς είναι ρηχή.

Ο Kernberg (1987), όπως και ο Kohut, εξερεύνησε την προέλευση της ναρκισσιστικής προσωπικότητας συνδέοντας τα ευρήματά του με αυτά των Klein, Rosenfeld, Riviere, Fairbrain. Είναι σημαντικό, για το θέμα που αναπτύσσεται εδώ, να επισημανθεί η έμφαση τουKernberg στην παθολογική φύση του ‘μεγαλειώδους εαυτού’ που περιλαμβάνει, κατά την άποψή του, τον πραγματικό εαυτό, τον ιδανικό εαυτό και το ιδανικό αντικείμενο σε κατάσταση προβλητικής ταύτισης, την οποία συσχετίζει με τον ‘παντοδύναμο τρελό εαυτό’ του Rosenfeld. Έτσι αντιλαμβάνεται τον πρώιμο σχηματισμό μιας παθολογικής ναρκισσιστικής (ή ακόμη και ψυχωτικής) δομής προσωπικότητας, σε σημαντικά πρώιμη περίοδο ανάπτυξης, αντίληψη που τον προσανατολίζει περισσότερο προς την Αγγλική σχολή.

Ο Ναρκισσιστικός Εαυτός

Τα ναρκισσιστικά άτομα έχουν μια αίσθηση ακαθόριστης εξαπάτησης, ντροπής, φθόνου, κενότητας ή ανολοκλήρωτου κενού, ασχήμιας και κατωτερότητας ή τα αντισταθμιστικά στοιχεία αυτών των αισθημάτων: πιστεύουν ότι έχουν πάντα δίκιο και νιώθουν υπερηφάνεια, περιφρόνηση, αμυντική αυτάρκεια, ματαιοδοξία και αίσθημα υπεροχής. Ο Kernberg (1999) θεωρεί ότι οι πολώσεις αυτού του είδους είναι αντίθετες καταστάσεις του Εγώ και εκφράζονται με τον μεγαλειώδη (ολοκληρωτικά καλού) έναντι του υποβιβασμένου (ολοκληρωτικά κακού) εαυτού, οι οποίες είναι οι μοναδικές επιλογές που έχουν τα ναρκισσιστικά άτομα για να οργανώσουν την εσωτερική τους εμπειρία. Η αίσθηση ενός ατόμου ότι είναι «αρκετά καλό» δεν περιλαμβάνεται στις εσωτερικές τους κατηγορίες.

   Τα ναρκισσιστικά άτομα έχουν έως ένα βαθμό επίγνωση της ψυχολογικής τους ευθραυστότητας. Φοβούνται ότι θα καταρρεύσουν, ότι θα χάσουν την αυτοεκτίμησή τους ή τη συνοχή του εαυτού τους (για παράδειγμα, όταν δέχονται κριτική) και ότι ξαφνικά θα αισθανθούν σαν να μην είναι τίποτα. Αισθάνονται ότι η ταυτότητα τους είναι πάρα πολύ εύθραυστη για να μπορέσει να διατηρήσει τη συνοχή της και να αντέξει στις έντονες δοκιμασίες. Συχνά, ο φόβος του θρυμματισμού του εσωτερικού τους εαυτού μετατίθεται σε μια υπερβολική ενασχόληση με τη σωματική τους υγεία. Έτσι, τα άτομα αυτά είναι επιρρεπή στην υποχονδρία και τη θανατοφοβία (McWilliams, 2012).

   Ένα μη ορατό αποτέλεσμα της τελειοθηρίας των ναρκισσιστικών ατόμων είναι ότι αποφεύγουν συναισθήματα και ενέργειες που δείχνουν πως έχουν επίγνωση ότι αναπόφευκτα, ως ανθρώπινα πλάσματα, είτε διαπράττουν σφάλματα είτε λόγω αντικειμενικών συνθηκών εξαρτώνται από άλλους. Ειδικότερα, η μεταμέλεια και η ευγνωμοσύνη είναι στάσεις τις οποίες τα ναρκισσιστικά άτομα έχουν την τάση να αρνούνται. Η μεταμέλεια ενός ατόμου, για κάποιο προσωπικό του σφάλμα ή ζημιά που διέπραξε, ενέχει την παραδοχή μιας προσωπικής ατέλειας και η ευγνωμοσύνη για τη βοήθεια που δέχτηκε από κάποιο άλλο άτομο την αναγνώριση ότι έχει ανάγκες. Επειδή το ναρκισσιστικό άτομο προσπαθεί να οικοδομήσει μια θετική αίσθηση του εαυτού του πάνω στην αυταπάτη ότι δεν έχει ατέλειες και ότι δεν βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, φοβάται ότι η παραδοχή ενοχής ή εξάρτησης από τους άλλους επιδεικνύει κάτι που είναι πραγματικά αξιοκαταφρόνητο. Η ειλικρινής συγγνώμη και το εγκάρδιο ευχαριστώ, οι εκφράσεις της μεταμέλειας και της ευγνωμοσύνης, μπορούν έτσι να αποφευχθούν ή να υποτιμηθούν από τα ναρκισσιστικά άτομα, με αποτέλεσμα την απογύμνωση των σχέσεων με τους συνανθρώπους τους (McWilliams, 2012).

   Εξ ορισμού, η κλινική διάγνωση της ναρκισσιστικής οργάνωσης της προσωπικότητας στηρίζεται στην παρατήρηση του κλινικού ότι ο ασθενής χρειάζεται εξωτερική επιβεβαίωση για να νιώσει ότι έχει εσωτερική αξία, καθώς αν βιώσει απόρριψη ή τραύμα εντός του ναρκισσιστικού του γίγνεσθαι βιώνει ένα έντονο άγχος κατακερματισμού. Οι απόψεις των ειδικών παρουσιάζουν εντυπωσιακές αποκλίσεις μεταξύ τους, τονίζοντας είτε τη μεγαλειώδη είτε την υποβιβασμένη πτυχή της ναρκισσιστικής εμπειρίας. Πρόκειται για μια διαφορά έμφασης, η οποία είναι περισσότερο γνωστή στη διαφωνία ανάμεσα στον Kernberg και στον Kohut σχετικά με τον τρόπο κατανόησης και αντιμετώπισης των ναρκισσιστικών χαρακτήρων, αλλά σε αυτό το θέμα θα αναφερθώ εκτενέστερα παρακάτω. Οι σχετικές διαμάχες είναι τόσο παλιές όσο και οι διαφορές ανάμεσα στον Freud (1914), ο οποίος υποστήριζε την πρωταρχική αγάπη του ατόμου για τον εαυτό του, και στον Α. Adler (1974), ο οποίος έδωσε έμφαση στον τρόπο με τον οποίο οι ναρκισσιστικές άμυνες αντισταθμίζουν τα συναισθήματα κατωτερότητας του ατόμου. Το ερώτημα, αν η μεγαλειώδης κατάσταση του εαυτού προηγήθηκε της υποβιβασμένης πλευράς του στην εξέλιξη του παθολογικού ναρκισσισμού ή το αντίστροφο, μπορεί να αποτελέσει το ψυχαναλυτικό ισοδύναμο του φιλοσοφικού ερωτήματος για το αυγό και την κότα. Από φαινομενολογική πλευρά αυτές οι αντιθετικές καταστάσεις του Εγώ είναι παρόμοιες με τον τρόπο που η κατάθλιψη και η μανία συνιστούν αντίθετες πλευρές του ίδιου ψυχολογικού νομίσματος.

Βιβλιογραφία

Adler, A. (1974). «Οι νευρώσεις και η ερμηνεία τους: 37 ατομικές περιπτώσεις». Αθήνα: Μπουκουμάνης.

Freud, S. (1914). “On narcissism: An introduction”. SE, 14: 69–102

Freud, S. (1923). “The Ego and the Id”. SE, 19: 1-66.

Kernberg, O. (1999). “A Severe Sexual Inhibition in the Course of the Psychoanalytic Treatment of a Patient with a Narcissistic Personality Disorder”, Int. J. Psycho-Anal., 80: 899-908.

Klein, M. (1946). “Notes on some schizoid mechanisms”, Int. J. Psycho-Anal., 27: 99-110.

Kernberg, O.F. (1987). “An ego psychology-object relations theory approach to the transference”, Psychoanalytic Quarterly”, 56, p. 197–221.

Kohut, H. (1968). “The Psychoanalytic Treatment of Narcissistic Personality

Disorders, Outline of a Systematic Approach”, Psychoanal. St. Child, 23: 86-113.

Λούντβικ, Ί. (1998). «Αντικειμενότροπες σχέσεις και ψυχοθεραπεία» (Μετάφραση: Μπάμπης Καραμπεΐδης). Αθήνα: Καστανιώτης.

McWilliams, N. (2012). «Ψυχαναλυτική Διάγνωση». Θεσσαλονίκη: Ινστιτούτο Ψυχολογίας και Υγείας.

Μπακιρτζόγλου, Σ. (2013). «Αντικειµενοτρόπες σχέσεις: Από την αγάπη του εαυτού (ναρκισσισµός) στην αγάπη των άλλων. Η περιπέτεια µιας εξελικτικής διαδροµής» (3ήμερο Βιωματικό Σεμινάριο). Αθήνα: ΕΠΕΚΕΙΝΑ-Ψυχαναλυτική Πράξη.

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ

Μελετίου Μεταξάκη 11-13 Χανιά

Κορωναίου 10 Χανιά (Παράρτημα)

28210 70830 καθημερινά 11:00-15:00

info@psychologychania.gr

Φόρμα Επικοινωνίας

XΡΗΣΙΜΟΙ ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ

 
 

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

Newsletter

Κάνετε εγγραφή στο newsletter για να ενημερώνεστε για τα νέα μας.

Search